Στο καρνάγιο δουλεύαμε 40 μέρες και 40 νύχτες χωρίς σταματημό, ώσπου σηκώθηκε ο Τρίτωνας και αφού περίμενε να γίνει ησυχία, χτύπησε τρεις φορές την κλίνη με την διχαλωτή ουρά του. Κοιτάγαμε για ώρα μαγεμένοι.
Ένα καράβι είχε μόλις γεννηθεί. Τρεις πειρατές που φέρναν τόλμη, περιπέτεια και πείσμα από τρικυμισμένες θάλασσες , πλησίασαν ευλαβικά και απίθωσαν τα ταπεινά τους δώρα.
Με καλοτάξιδες ευχές αλείψαν την κουβέρτα οι γοργόνες, την ώρα που φυσούσε η σφίγγα, σοφία και δαιμόνιο στην πλώρη.
Μα μόνο όταν ο Ποσειδώνας χάραξε μια καρδιά μεγάλη και γαλάζια στην μαΐστρα, κόπηκε ο λώρος που το τυραννούσε και γλίστρησε καμαρωτό σε όνειρο δροσερό που μέρες τώρα το καλούσε.
Πρόλαβα τότε και εγώ να του καρφώσω μια πυξίδα στην αντένα μήπως χαθεί και δεν το ξαναδώ, αν κι έχει καπετάνιο δυνατό. Και σαν να μου φαίνεται τώρα που ξεμακραίνει, πως μόνος δεν ταξιδεύει ο Οδυσσέας μα ούτε με τους συντρόφους.
Με τις Σειρήνες σάλπαρε ο πονηρός και στο κατάρτι δεν έχει παρά τους φόβους και τις ντροπές του δεμένα γερά, μη και του χαλάσουν την γιορτή. Δυο κύματα που βρέθηκαν εκεί κοντά τους βλέπουν και γελάνε. Τα φώναξε κι ανέβηκαν κι αυτά και τώρα όλοι μαζί παρέα τραγουδάνε. Λέω πως καλοτάξιδο θα είναι.
Κάπως έτσι συνεχίζεται για χρόνια η τελετή της δημιουργίας στο εργαστήριο της Odysseyart.
Εσύ τώρα θα νομίζεις πως υπερβάλω ή πως από το μυαλό μου τα έβγαλα αυτά. Δεν σε παρεξηγώ.
Και εγώ όταν βρίσκομαι εδώ, πολλές φορές δεν ξέρω τι είναι
όνειρο και τι αληθινό.